Home

Λέξεις-κλειδιά

Διαδικασία απλής γνώμης

Η διαδικασία απλής γνώμης (με μία και μόνη ανάγνωση) προβλέπει ότι το Συμβούλιο συμβουλεύεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μεριμνά ώστε να λάβει υπόψη του τις θέσεις του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, το Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· έχει απλώς και μόνο την υποχρέωση να ζητήσει τη γνώμη του. Η διαδικασία αυτή αφορά κυρίως την Κοινή Γεωργική Πολιτική.

Βλέπε :

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Διαδικασία σύμφωνης γνώμης

Η διαδικασία σύμφωνης σημαίνει ότι το Συμβούλιο πρέπει να έχει τη συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για να λάβει ορισμένες αποφάσεις μείζονος σημασίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να αποδεχτεί ή να απορρίψει μια πρόταση, όχι όμως και να την τροποποιήσει.

Η σύμφωνη γνώμη αφορά κυρίως την προσχώρηση νέων κρατών μελών και ορισμένες διεθνείς συμφωνίες. Εξάλλου, απαιτείται για θέματα σχετικά με την ιθαγένεια, τα ειδικά καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τις τροποποιήσεις του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα διαρθρωτικά ταμεία και το ταμείο συνοχής καθώς και την ενιαία εκλογική διαδικασία για τις ευρωπαϊκές εκλογές.

Με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, η σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ζητείται και για την περίπτωση κυρώσεων που εφαρμόζονται εάν διαπιστωθεί σοβαρή και διαρκής παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων από κράτος μέλος.

Διαδικασία συναπόφασης

Η διαδικασία συναπόφασης, που θεσπίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχ, δίνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εξουσία να θεσπίζει πράξεις από κοινού με το Συμβούλιο. Στην πράξη, η διαδικασία αυτή έχει ενισχύσει τη νομοθετική εξουσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στους ακόλουθους τομείς : ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, δικαίωμα εγκατάστασης, υπηρεσίες, εσωτερική αγορά, παιδεία, υγεία, καταναλωτές, διευρωπαϊκά δίκτυα, περιβάλλον, πολιτισμός και έρευνα.

Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η διαδικασία της συναπόφασης επεκτάθηκε και σε νέα θέματα, ιδίως δε στον κοινωνικό αποκλεισμό, τη δημόσια υγεία και την καταπολέμηση της εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας απάτης.

Βλέπε :

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ)

Η έννοια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης (ΔΚΔ) υποδηλώνει μια διαπραγμάτευση μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών μελών με στόχο την τροποποίηση ή τη συμπλήρωση των Συνθηκών. Έχει εξέχουσα σημασία στο επίπεδο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπου οι μεταβολές της θεσμικής και νομικής διάρθρωσης, η απονομή νέων αρμοδιοτήτων και η εκπόνηση νέων συνθηκών αποτέλεσαν πάντοτε καρπό διακυβερνητικών διασκέψεων (π.χ. Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση).

Βλέπε :

Εμβάθυνση/ολοκλήρωση

Διαφάνεια

Η έννοια της διαφάνειας μνημονεύεται συχνά στη γλώσσα των οργάνων και σημαίνει να φαίνεται καθαρά η λειτουργία των κοινοτικών οργάνων. Συνδέεται με τις ποικίλες αιτήσεις που αφορούν την ευρύτερη πρόσβαση του πολίτη στην ενημέρωση και στα έγγραφα της Ένωσης καθώς και το πιο ευανάγνωστο των κειμένων (απλούστευση των Συνθηκών, ενοποίηση και καλύτερη ποιότητα σύνταξης των νομοθετικών κειμένων).

Επιρρίπτεται συχνά η μομφή της έλλειψης διαφάνειας για να αποδοθεί το αίσθημα ότι τα ευρωπαϊκά όργανα είναι απόμακρα και ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι δυσνόητες για τον ευρωπαίο πολίτη.

Διεύρυνση

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει γνωρίσει τέσσερα διαδοχικά κύματα νέων προσχωρήσεων, μέσω των οποίων εννέα κράτη προστέθηκαν μέχρι σήμερα στα έξι ιδρυτικά κράτη μέλη, που ήταν το Βέλγιο, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες. Αυτές οι διαδοχικές διευρύνσεις ήταν οι ακόλουθες:

· 1973: Δανία, Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

· 1981: Ελλάδα.

· 1986: Ισπανία και Πορτογαλία.

· 1995: Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία.

Για να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια χώρα, πρέπει να πληροί ορισμένα κριτήρια, που καθορίστηκαν το 1993 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης (κριτήρια της Κοπεγχάγης). Το επόμενο κύμα προσχωρήσεων θα πρέπει να συνοδεύεται από μεταρρύθμιση των θεσμών, ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά το σημαντικά αυξημένο αριθμό κρατών μελών.

Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις

Η συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων θεσμοθετήθηκε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Συνθήκη του Μάαστριχ). Η συνεργασία αυτή αποβλέπει στην υλοποίηση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και αφορά τους ακόλουθους τομείς:

· την πολιτική σε θέματα ασύλου

· τους κανόνες διάβασης των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών

· την πολιτική της μετανάστευσης

· την καταπολέμηση των ναρκωτικών

· την καταπολέμηση της διεθνούς απάτης

· την δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις

· την τελωνειακή συνεργασία

· την αστυνομική συνεργασία.

Στη συνέχεια, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ αναδιοργανώθηκε η συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων και ορίστηκε ως στόχος η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Ορισμένοι τομείς (άσυλο, μετανάστευση, διάβαση εξωτερικών συνόρων, δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις) μεταφέρθηκαν στο κοινοτικό πλαίσιο ή «κοινοτικοποιήθηκαν».

Βλέπε:

Κοινή θέση (ΔΕΥ)
Κοινοτική διασύνδεση
Κοινοτικοποίηση
Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δικαίωμα πρωτοβουλίας

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας ανήκει :

· αποκλειστικά στην Επιτροπή στον κοινοτικό τομέα, γιατί το Συμβούλιο δεν αποφασίζει παρά «βάσει προτάσεως της Επιτροπής»,

· στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή στους τομείς της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας καθώς και για ορισμένα ζητήματα δικαιοσύνης και εσωτερικών.

Εξάλλου, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο μπορούν, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο, να ζητήσουν από την Επιτροπή να διατυπώσει προτάσεις πρωτοβουλιών.

Βλέπε :

Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποτελείται από δεκαπέντε δικαστές, συνεπικουρούμενους από εννέα Γενικούς Εισαγγελείς, που διορίζονται για έξι χρόνια με κοινή συμφωνία από τα κράτη μέλη. Εκπληρώνει δύο βασικές λειτουργίες:

· εξακριβώνει τη συμβατότητα των πράξεων των ευρωπαϊκών οργάνων και των κυβερνήσεων με τις Συνθήκες.

· αποφαίνεται, κατόπιν αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου, για την ερμηνεία ή την ισχύ των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.

Το Δικαστήριο επικουρείται από Πρωτοδικείο που ιδρύθηκε το 1989 και το οποίο εξετάζει ειδικότερα τις διοικητικές υποθέσεις των ευρωπαϊκών οργάνων και τις διαφορές που προκαλούνται από τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού.

Διπλή πλειοψηφία

Με την προοπτική της διευρυμένης Ευρώπης, έχουν διατυπωθεί προτάσεις ώστε να διατηρηθεί η σημερινή ισορροπία μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών» κρατών κατά τη λήψη αποφάσεων στα πλαίσια του Συμβουλίου. Μία από τις προτεινόμενες λύσεις έγκειται στο να απαιτείται ταυτόχρονα πλειοψηφία των εκφρασμένων ψήφων και συγκέντρωση ψήφων χωρών που να αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία του πληθυσμού της Ένωσης. Κατά τη Διακυβερνητική Διάσκεψη της Νίκαιας του Δεκεμβρίου 2000 εγκρίθηκε πρωτόκολλο σχετικά με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ότι από 1ης Ιανουαρίου 2005, προκειμένου να αποφασίσει το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, κάθε μέλος του Συμβουλίου θα μπορεί να ζητήσει να θεωρείται ότι συγκεντρώνεται ειδική πλειοψηφία μόνον εφόσον τα κράτη μέλη που ψηφίζουν υπέρ αντιπροσωπεύουν συνολικά το 62% τουλάχιστον του όλου πληθυσμού της Ένωσης.

Βλέπε :

Ειδική πλειοψηφία
Στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο